Κατανοώντας το Dilapided: Ορισμός, Παραδείγματα και Συνώνυμα
Ερειπωμένα σημαίνει σε κατάσταση ερειπωμένη ή ερειπωμένη. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει κάτι που καταρρέει, φθείρεται ή δεν λειτουργεί πια.
Παραδείγματα:
* Το παλιό σπίτι ήταν ερειπωμένο και έπρεπε να γκρεμιστεί.
* Η μηχανή του αυτοκινήτου ήταν ερειπωμένη και έπρεπε να αντικατασταθεί.
* Το σχολικό κτίριο ήταν σε κατάσταση ερειπωμένη και χρειαζόταν ανακαίνιση.
Συνώνυμα για το ερειπωμένο είναι το ερειπωμένο, το κατεστραμμένο, το γκρεμισμένο και το γκρεμισμένο.



