Κατανόηση Ιεροδιακόνων και Ιεροδιακόνων στις Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες
Ιεροδιάκονος (ή ιεροδιάκονος) είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται σε ορισμένες Ανατολικές Ορθόδοξες και Ανατολικές Ορθόδοξες εκκλησίες για να αναφέρεται σε ένα μέλος του κλήρου που έχει χειροτονηθεί σε χαμηλότερο βαθμό από ιερέα ή επίσκοπο, αλλά υψηλότερο από αναγνώστη ή υποδιάκονο. Ο όρος προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «ιερός» (ιερός) και «διάκονος» (υπηρέτης).
Στην Ορθόδοξη παράδοση, οι ιεροδιάκονοι συνήθως ανατίθενται να υπηρετήσουν σε μοναστήρια ή άλλες θρησκευτικές κοινότητες, όπου βοηθούν τον ηγούμενο ή την ηγουμένη και εκτελούν διάφορα καθήκοντα όπως η καθοδήγηση των προσευχών, η υπηρεσία στο βωμό και η παροχή πνευματικής καθοδήγησης στην κοινότητα. Μπορούν επίσης να συμμετέχουν σε δραστηριότητες προβολής και φιλανθρωπίας για λογαριασμό της κοινότητας.
Οι Ιεροδιακόνες, από την άλλη πλευρά, είναι γυναίκες που έχουν χειροτονηθεί σε αυτόν τον βαθμό και υπηρετούν με παρόμοια ιδιότητα με ιεροδιάκονους. Μπορεί να τους ανατεθεί να εργαστούν σε μοναστήρια ή άλλες θρησκευτικές κοινότητες ή να συμμετέχουν σε δραστηριότητες προβολής και φιλανθρωπίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τάξεις του ιεροδιάκονου και του ιεροδιάκονου δεν αναγνωρίζονται παγκοσμίως σε όλες τις Ορθόδοξες εκκλησίες και ορισμένες εκκλησίες μπορεί να χρησιμοποιούν διαφορετικούς όρους ή έχουν διαφορετικούς ρόλους και αρμοδιότητες για τα μέλη του κλήρου που κατέχουν αυτές τις θέσεις.



