Κατανόηση της Διακονίας στον Χριστιανισμό: Υπηρεσία, Διακονία και Αγάπη
Διακονία (από τα ελληνικά διακονία, διακονία, «υπηρεσία, διακονία») είναι όρος που χρησιμοποιείται στον Χριστιανισμό για να αναφέρεται στην υπηρεσία ή τη διακονία των διακόνων. Μπορεί επίσης να αναφέρεται στην πράξη της εξυπηρέτησης των άλλων, ιδιαίτερα εκείνων που έχουν ανάγκη, ως έκφραση πίστης και αγάπης.
Στην Καινή Διαθήκη, η λέξη διακονία χρησιμοποιείται για να περιγράψει την υπηρεσία των αποστόλων και άλλων πρώτων Χριστιανών, ιδιαίτερα σε σχέση με τους φτωχούς και περιθωριοποιημένους. Ο όρος συχνά μεταφράζεται ως «διακονία» ή «υπηρεσία», αλλά φέρει μια αίσθηση ταπεινής, ανιδιοτελούς υπηρεσίας που υποκινείται από την αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον.
Στην παλαιοχριστιανική εκκλησία, οι διάκονοι διορίζονταν για να εξυπηρετούν τις ανάγκες της κοινότητας , ιδίως σε σχέση με τη διανομή τροφίμων και άλλων μορφών βοήθειας σε όσους έχουν ανάγκη. Με την πάροδο του χρόνου, ο ρόλος των διακόνων εξελίχθηκε για να συμπεριλάβει άλλες μορφές διακονίας, όπως το κήρυγμα, τη διδασκαλία και την ποιμαντική φροντίδα.
Σήμερα, η διακονία χρησιμοποιείται σε ποικίλα πλαίσια μέσα στη χριστιανική παράδοση. Μπορεί να αναφέρεται στο έργο των διακόνων, αλλά μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ευρύτερα για να περιγράψει οποιαδήποτε μορφή υπηρεσίας ή διακονίας που υποκινείται από την αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον. Υπό αυτή την έννοια, η διακονία είναι μια έκφραση της χριστιανικής πίστης και ένας τρόπος να ζήσει κανείς τη δέσμευσή του να ακολουθεί τον Ιησού Χριστό.



