Κατανόηση της ευθραυστότητας: Ορισμός, Συνώνυμα και Αντώνυμα
Το εύθραυστο αναφέρεται σε κάτι που σπάει ή καταστρέφεται εύκολα και μπορεί να μην μπορεί να αντέξει το στρες ή την πίεση.
Παράδειγμα: Το ευαίσθητο βάζο ήταν τόσο εύθραυστο που έσπασε εύκολα όταν έπεφτε.
Συνώνυμα: εύθραυστο, εύθραυστο, ευαίσθητο, ευαίσθητο, ευάλωτο .
Αντώνυμα: στιβαρός, στιβαρός, ισχυρός, ανθεκτικός, ελαστικός.
2. Ποια είναι η έννοια της ευθραυστότητας στα Αγγλικά;
Fragility αναφέρεται στην ποιότητα ή την κατάσταση του να είσαι εύθραυστη, που σημαίνει κάτι που σπάει ή καταστρέφεται εύκολα. Μπορεί επίσης να αναφέρεται στη συναισθηματική ή ψυχολογική ευαλωτότητα ενός ατόμου.
Παράδειγμα: Η ευθραυστότητα της ασθενούς την έκανε ευαίσθητη στο άγχος και την κατάθλιψη.
Συνώνυμα: αδυναμία, λεπτότητα, ευαισθησία, ευπάθεια, αστάθεια.
Αντώνυμα: δύναμη, ανθεκτικότητα, ευρωστία.
, ανθεκτικότητα. . Ποια είναι η διαφορά μεταξύ εύθραυστη και εύθραυστη;
Εύθραυστη και εύθραυστη είναι παρόμοιες λέξεις, αλλά έχουν ελαφρώς διαφορετικές έννοιες. Το εύθραυστο αναφέρεται σε κάτι που σπάει ή καταστρέφεται εύκολα, ενώ το εύθραυστο αναφέρεται σε κάτι που είναι πιθανό να σπάσει ή να θρυμματιστεί εύκολα.
Παράδειγμα: Το γυάλινο βάζο ήταν τόσο εύθραυστο που έσπασε σε κομμάτια όταν έπεσε. , ευαίσθητος, ευάλωτος.
Αντώνυμα: στιβαρός, στιβαρός, δυνατός, ανθεκτικός, ελαστικός.
4. Ποια είναι η έννοια της ευθραυστότητας στην ψυχολογία;
Στην ψυχολογία, η ευθραυστότητα αναφέρεται στη συναισθηματική ή ψυχολογική ευπάθεια ενός ατόμου. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει κάποιον που πληγώνεται εύκολα ή βλάπτεται από γεγονότα ή εμπειρίες.
Παράδειγμα: Η ευθραυστότητα της ασθενούς την έκανε ευάλωτη στο άγχος και την κατάθλιψη.
Συνώνυμα: αδυναμία, λεπτότητα, ευαισθησία, ευαλωτότητα, αστάθεια.
Αντώνυμα: δύναμη, ανθεκτικότητα, ανθεκτικότητα , ανθεκτικότητα, σταθερότητα.
5. Ποια είναι η διαφορά μεταξύ εύθραυστου και ευαίσθητου;
Εύθραυστο και ευαίσθητο είναι παρόμοιες λέξεις, αλλά έχουν ελαφρώς διαφορετικές έννοιες. Το εύθραυστο αναφέρεται σε κάτι που σπάει ή καταστραφεί εύκολα, ενώ το ευαίσθητο αναφέρεται σε κάτι που είναι περίπλοκο ή εξαιρετικό και μπορεί να είναι πιο ευαίσθητο στη ζημιά ή στο χειρισμό.
Παράδειγμα: Το βάζο αντίκα ήταν τόσο λεπτό που έπρεπε να το χειρίζεσαι με προσοχή.
Συνώνυμα : εύθραυστο, εύθραυστο, εύθραυστο, ευαίσθητο, ευάλωτο.
Αντώνυμα: στιβαρό, στιβαρό, ισχυρό, ανθεκτικό, ελαστικό.



