The Gospeller: Uncovering the Archaic Term for a Preacher
Ο Ευαγγελιστής είναι ένας αρχαϊκός ή ποιητικός όρος για έναν ιεροκήρυκα ή διαγγελέα του Ευαγγελίου. Προέρχεται από τις αρχαίες αγγλικές λέξεις "gōs" που σημαίνει "καλά νέα" και "pel" που σημαίνει "αυτός που παραδίδει ή διακηρύσσει." "κήρυκας" ή "υπουργός" για να αναφέρεται σε κάποιον που παραδίδει κηρύγματα ή διδάσκει για τη θρησκεία. Ωστόσο, σε ιστορικά πλαίσια, ιδιαίτερα σε σχέση με τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, το "gospeller" μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει μια θρησκευτική προσωπικότητα που διέδωσε το μήνυμα του Χριστιανισμού.



